ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΕ ΦΩΤΙΑ

Χαρακτηριστική ιδιότητα όλων των μηχανολογικών πλαστικών είναι η ελάχιστη αντίστασή τους στις φλόγες. Το αίτημα για αυτοκατασβεστικά υλικά διατυπώνεται όλο και πιο έντονα καθώς υπάρχει η ανάγκη για υψηλότερα επίπεδα ασφαλείας στις συνθήκες ζωής και εργασίας αλλά και για τα τεχνικά και τα μηχανικά εξαρτήματα. Η συμπεριφορά των πλαστικών υλικών στην πυρκαγιά  μπορεί να εξετασθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ανάλογα με τα πρότυπα που λαμβάνουμε υπόψη μας. Είτε περιοριζόμαστε στις διάφορες εφαρμοσμένες δοκιμές είτε υπολογίζουμε και τις πιθανές επιπτώσεις των πυροσβεστήρων ή των πρόσθετων υλών, σκοπός των οποίων είναι η καθυστέρηση της εξάπλωσης της φωτιάς. Συνήθως, αυτές οι πρόσθετες ύλες είναι ενώσεις με βάση τα αλογόνα ή το φώσφορο. Οι πρόσθετες ύλες δίνουν στο πλαστικό δυνατότητα αυτοκατάσβεσης, αλλά όταν καίγονται εκπέμπουν πολύ τοξικούς καπνούς, ιδιαίτερα επικίνδυνους για τους ανθρώπους. Οι καπνοί που εκπέμπονται είναι ιδιαίτερα διαβρωτικοί και υπάρχει πιθανότητα να προξενήσουν βλάβη στον ηλεκτρονικό συναγερμό και τις βοηθητικές συσκευές του κτιρίου. Επομένως, η «αντίσταση στη πυρκαγιά» τείνει να χάσει το νόημά της εξαιτίας των αρνητικών επιπτώσεων των καπνών που εκπέμπονται όταν καίγονται τα υλικά αυτά.

Η εμπειρία έχει δείξει ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις ένα αυτοκατασβενόμενο πλαστικό υλικό που εκπέμπει καπνούς και τοξικά αέρια είναι περισσότερο επικίνδυνο από ένα αμετάβλητο υλικό, το οποίο έχει ελάχιστη αυτοκατασβεστική ικανότητα αλλά, δεν εκπέμπει επικίνδυνους καπνούς. Συνεπώς, όταν επιλέγουμε ένα πλαστικό υλικό πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας, πέρα από την  ισχύουσα νομοθεσία, το είδος του προϊόντος, τη θέση του στο περιβάλλον, την περιεκτικότητα των αερίων των πυροσβεστήρων σε αλογονίδια και τις επιπτώσεις αυτών στο πολυμερές.